Σελίδες

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2007

Τι είπε το μπαλόνι


Στην αρχή δεν το έπιανε το μάτι, έτσι που φαινόταν σαν κουκίδα. Πόσο ψηλά να ήταν; Πλησίασε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τότε φάνηκε ότι ήταν ένα μεγάλο γιορτινό μπαλόνι σε σχήμα καρδιάς. Μπροστά χρυσοκόκκινο, πίσω ασημένιο, κατέβηκε με φόρα κάπου από τα τελευταία σπίτια της πλαγιάς του Υμηττού σχίζοντας τον αέρα με ορμή. Πάνω από την κοντινή παιδική χαρά με τις λεύκες κοντοστάθηκε για λίγο, και καθώς χαμήλωνε, είδα επάνω του γραμμένο κάτι σαν επιγραφή. «Μπαλόνι γενεθλίων», σκέφτηκα. Δεν μπόρεσα να βεβαιωθώ γιατί αφού στριφογύρισε για λίγο νωχελικά επιδεικνύοντας τα αστραφτερά του χρώματα, άρχισε να ανεβαίνει και πάλι ακάθεκτο στον ουρανό. Σε δευτερόλεπτα διέσχισε τη συνοικία και φτάνοντας πάνω από τη λεωφόρο Βουλιαγμένης, αιωρήθηκε για λίγο αμήχανα. Έπειτα, με ένα ξαφνικό πέταγμα χύθηκε πάνω από τον αυτοκινητόδρομο περιπαίζοντας, θαρρείς, τους μποτιλιαρισμένους οδηγούς της κυριακάτικης βόλτας, πριν πάρει ξαφνική στροφή και χαθεί προς τη θάλασσα.

Λίγα λεπτά κράτησε το ταξίδι του μέσα στο οπτικό μου πεδίο. Μέσα σ’ αυτά τα λίγα λεπτά, μου αποκάλυψε την ταυτότητα του ανέμου, την ακριβή φορά των ανοδικών και καθοδικών ρευμάτων, τις θερμονησίδες, ακόμη και την επόμενη πορεία του σύννεφου. Μου μίλησε απλά, σε χρόνο ενεστώτα. Με γλώσσα διαφορετική από εκείνη του εξοπλισμένου επιστήμονα ξαδέλφου του, που φορτωμένος όργανα ακριβείας καταγράφει ακούραστα από ψηλά όλα τα μυστικά της ατμόσφαιρας. Ποιος ξέρει! Μπορεί και να είχαν συναντήθεί κάπου εκεί ψηλά και να αντάλλαξαν μυστικά. Και τώρα που θυμάμαι καλύτερα, εκείνη η επιγραφή πάνω στο μπαλόνι πρέπει να έγραφε: «Απ’ τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει ο χειμώνας».

(από μια ανεμοδαρμένη φθινοπωρινή Κυριακή στην ταράτσα)

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2007

Το πεδίο σύγκλισης

Ήταν γενναία η μάχη αλλά κανείς δεν αμφέβαλλε για τον νικητή. Σ’' αυτόν τον οριακό τόπο που λέγεται Αττική και που πολιτογραφείται καιρικά «σαν ανατολικός» και τοπικά «προσήνεμος», όταν θέλει να κάνει παιχνίδι ο βοριάς, ο νοτιάς λίγες ελπίδες έχει. Πάλεψαν
αρκετά. Ο ένας ήθελε να επιβάλλει τη δροσιά του κι ο άλλος την υγρασία του. Κανένας δεν αποκάλυπτε αν το τελευταίο του όπλο θα ήταν η βροχή. Πάνω στην αντάρα της μάχης, πότε μύριζε νοτισμένο χώμα, πότε θαλασσινή αλμύρα και πότε ένα μίγμα από μακρινές στεριανές ευωδιές. 
Ο ουρανός δεν άργησε να γίνει μια γκρίζα θάλασσα από σύννεφα που κανείς δεν μπορούσε να πει σε ποιον από τους δυό αντίπαλους ανήκε. ’ρχισε να βρυχάται ο γαρμπής εξαπολύοντας τους κεραυνούς του στα μετόπισθεν, σε σίγουρο έδαφος. Ανταπαντούσε στα πυρά ο βοριάς με τις άγριες ψυχρές ριπές του κερδίζοντας συνεχώς έδαφος. Έτσι δεν άργησε η ώρα της ανακωχής. Σίγησε γλυκά ο τόπος και καθώς οι αντίπαλοι έσφιγγαν τα χέρια, έπεσαν λίγες ψιχάλες, έτσι σαν λιτή επινίκεια τελετή. Και κείνο το ταλαιπωρημένο, άνυδρο κομμάτι της Αττικής γης με τα πέντε εκατομμύρια ψυχές, κουράστηκε να περιμένει. Αφέθηκε μοιρολατρικά για άλλη μια φορά στο συνηθισμένο νικητή, τον παλιό της γνώριμο, τον ξερό βοριά ρίχνοντας μια τελευταία λυπημένη και νοσταλγική ματιά στις αραιές πια, μακρινές σιωπηλές αστραπές που χάνονταν σιγά σιγά κάπου στα βάθη της θάλασσας.

Τα Πρωτοβρόχια δεν ήλθαν ακόμη εδώ.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2007

Καλοκαιρινή νοσταλγία




Δύσκολος ο ύπνος χτες βράδυ. Καθισμένη στο ανατολικό μπαλκόνι, ώρα πεντέμιση τα ξημερώματα χαζεύοντας το άστρα και τον πορφυρό Άρη στον ουρανό, νοστάλγησα τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων, τότε που στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας, οι πολυκατοικίες ήταν λίγες και η εγκληματικότητα σχεδόν μηδενική.

Τις καυτές νύχτες του καλοκαιριού οι ταράτσες και οι βεράντες των σπιτιών μεταβάλλονταν σε υπαίθριες κρεβατοκάμαρες. Ράντζα, κουρελούδες και στρώματα απλώνονταν κάτω από τον έναστρο ουρανό και πρόσφεραν στους ανθρώπους ξεκούραστο και δροσερό ύπνο μέχρι να βγει η πρώτη ηλιαχτίδα. Και τι δεν θυμάμαι από αυτές τις καλοκαιρινές στρωματσάδες στην ταράτσα!
Τα ανέκδοτα και τις ιστορίες τρόμου μέχρι να μας πάρει ο ύπνος! Τα ακατάσχετα πνιχτά γέλια που μας προκαλούσε η χορωδία των ροχαλητών και λοιπών φυσικών ανθρώπινων ήχων από τις γύρω ταράτσες! Τους σποραδικούς μακρινούς κρότους από παντοφλιές με στόχο άλλοτε τον επίμονο ξενύχτι τζίτζικα κι άλλοτε καμιά κακόμοιρη περαστική μελαχροινή βλάττη (τόσο αθώα μπροστά στην σύγχρονη τερατώδη και φτερωτή αμερικανική periplaneta).

Λίγα χρόνια αργότερα, λίγο πιο πέρα, στην ταράτσα του άλλου σπιτιού των πρώτων εφηβικών μου χρόνων συνέβησαν κι άλλα θαυμαστά:
Εκεί ξεκίνησα τις πρώτες πιο συστηματικές μου ουρανοσκοπήσεις. Εκεί έζησα το πρώτο μου άχαρο εφηβικό φλερτ με το νεαρό νεοφερμένο της απέναντι ταράτσας που αντί να ανταλλάσσουμε ματιές και χαμόγελα κρυφοπετάγαμε ο ένας στον άλλο κουκούτσια από μούσμουλα, κάτω από το δηλητηριώδες βλέμμα της πανταχού παρούσας μαμάς του.
Εκεί έγινε, κατακαλόκαιρο, και το πρώτο μου εφηβικό πάρτι που όμως δεν κράτησε πολύ αφού οι γείτονες δεν άντεξαν τη φασαρία που έκαναν οι «ανεπρόκοποι μαλλιάδες»...

Δεκάδες ιστορίες ανθρώπινες μπορούσε κανείς να αφουγκραστεί τα καλοκαιρινά βράδια στις ταράτσες της πόλης. Δράματα, πάθη, έρωτες! Ακόμη κι αν υπήρχε σιωπή, τα ανθρώπινα συναισθήματα τα ένοιωθες στον αέρα!
Αναρωτιέμαι τι να πλανιέται σήμερα εκεί τα καλοκαιρινά βράδια. Λίγες φορές έχω περάσει από κει και ποτέ καλοκαίρι. Κάτι με αποδιώχνει μόνιμα από την παλιά μου γειτονιά ...

[απόσπασμα μηνύματος που δημοσιεύθηκε στις 23 Ιουλίου 2007 στον ιστοτόπο της Hellas Weather yahoo group]

-->


Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007

Τα παπούτσια της καταιγίδας


Photo: jodiseva , source: flickr)


Μπεζ ψηλοτάκουνα πέδιλα, το όνειρο της κάθε εικοσάχρονης κοπελίτσας (και όχι μόνον) που δεν σκέφτεται καθόλου τις στρεβλώσεις των αρθρώσεων και του πέλματος που θα της κτυπήσουν την πόρτα λίγα χρόνια μετά. Τέτοια παπούτσια αναγκάστηκα να αγοράσω μπαίνοντας μουσκεμένη στο κατάστημα υποδημάτων. Αυτά είχαν στο νούμερό μου, αυτά πήρα άρον άρον για να μπορέσω να συνεχίσω το δρόμο μου για το ιατρικό ραντεβού. Πέταξα με θλίψη στα σκουπίδια τις βρεγμένες και ξεχαρβαλωμένες κόκκινες «μπαλαρίνες» που τόσο μου άρεσαν και συνέχισα το δρόμο μου για το μετρό μέσα στη βροχή. Ο καταστηματάρχης πίσω μου σίγουρα θα έτριβε τα χέρια του από χαρά. Πόσες θα χρειάστηκαν καινούργια παπούτσια εκείνη την ημέρα, 8 Ιουλίου 2002 (νομίζω Τρίτη ήτανε).

Ανεβαίνοντας τις σκάλες για να βγω από το σταθμό Κατεχάκη, αντίκρυσα με έκπληξη κόσμο να συνωστίζεται και να χαζεύει τα ρυάκια νερού που χύνονταν από το δρόμο στον υπόγειο χώρο του σταθμού. Αλλαγή πορείας λοιπόν για το σταθμό Αμπελοκήπων, όπου όλο και κάποιο λεωφορείο ή ταξί  θα βρισκόταν για τον τελικό μου προορισμό. Ποιο ταξί (όλα γεμάτα) και ποιο λεωφορείο (που δεν ερχόταν κανένα με το μποτιλιάρισμα στην Αλεξάνδρας)!

Χαρη στο κινητό τηλέφωνο η αγωνία του ραντεβού έλαβε τέλος. Αναβλήθηκε για άλλη μέρα. Χαλαρότερη πλέον, αφέθηκα στη χαρά της βροχής. Το παράξενο είναι ότι δεν ήμουν μόνη. Υπήρχαν κι άλλοι (λιγοστοί) που έκαναν το ίδιο με μένα. Η συνδιαλλαγή, όμως, του ανθρώπου με τη φύση είναι άνιση. Το πυκνό πέπλο βροχής πολύ γρήγορα έγινε ανελέητο μαστίγωμα πέρα από τις αντοχές του ανθρώπινου σώματος Άτακτη υποχώρηση λοιπόν στα λαγούμια του μετρό και αναζήτηση θαλπωρής σε ένα φλυτζάνι ζεστό καφέ πριν την επιστροφή αργά το απόγευμα στο σπίτι. Τα ρούχα ήταν μούσκεμα (το τζην θα κρατούσε πάνω του κανένα λίτρο νερό) αλλά τα παπούτσια της καταιγίδας άντεξαν τη θεομηνία και έγιναν μασκότ. Είναι τα μόνα παπούτσια που θυμάμαι πότε αγοράστηκαν, αν και από τότε ελάχιστα τα έχω φορέσει.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2007

Η σημερινή αστάθεια στην Αττική



Η σημερινή μεσημβρινή αστάθεια δεν έφερε τελικά βροχή, τουλάχιστον εδώ στα σύνορα Ηλιούπολης-Αργυρούπολης. Οι τεράστιοι πυργοσωρείτες που ορθώνονταν βορειοανατολικά έκαναν απλά επίδειξη δύναμης αλλάζοντας συνεχώς διαστάσεις και σχήματα. Κάποια στιγμή, εκεί γύρω στις τέσσερις και μισή, που κάποιος μελανοσωρείτης αγρίεψε λιγάκι, μου φάνηκε πως άφησε μια ολιγόλεπτη Virga πριν χαθεί μετανοιωμένος πίσω από τον Υμηττό. Δεν απογοητεύτηκα (άλλωστε, από ένστικτο, δεν περίμενα κάτι παραπάνω εδώ) αντίθετα, για μια ακόμη φορά, χάρηκα αυτό το όμορφο σκηνικό του νεφοστόλιστου Υμηττού, ένα θέαμα που με γοητεύει από παιδί.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2007

Μετά τη βροχή



Η χθεσινή ημέρα, γιορτή της μετωρολογίας, έκλεισε την αυλαία εδώ στα νοτιοανατολικά προάστεια της Αθήνας με ένα σύντομο ανεμοβρόχι που ίσα που πρόλαβε να δροσίσει τα πρόσωπα. Έφυγε βιαστικά, έτσι όπως ήλθε, αφήνοντας πίσω του κάθε λογής σύννεφα να στολίζουν τον ουρανό. 
Είναι αυτός ένας από τους καιρούς της Αττικής που εμένα πολύ μου αρέσει! Αυτού του είδουςη «οπισθοφυλακή» των καιρικών συστημάτων έχει ένα δικό της ιδιαίτερο δυναμισμό, μια γεύση απρόβλεπτου που δεν σε αφήνει να λυπηθείς για εκείνο που τελειώνει. Αφήνει να πλανάται στον αέρα η ουράνια υπόσχεση για εκείνο που έρχεται μετά. Κι αυτό εμένα με γεμίζει ευεξία.

Αλλά και απόψε χάρη στη διαύγεια, ο νυχτερινός ουρανός λίγο μετά το σούρουπο μας επιφύλαξε κι άλλες ομορφιές: Το ξαπλωτό μισοφέγγαρο ακολουθούσε προς στο δυτικό ορίζοντα τη λαμπερή Αφροδίτη πλαισιωμένο από μια σειρά αστέρια: τα άστρα του επιβλητικού Ωρίωνα τους «δίδυμους αδελφούς» Κάστορα και Πολυδεύκη, το φωτεινό Aldebaran (Λαμπαδία) του Ταύρου και την μοναχική Αίγα (Capella) του Ηνίοχου.
Αυτά νομίζω ότι κατάφερα να δώ στο μικρό κομμάτι του ουρανού που βλέπω προς τα δυτικά.
  
Υπάρχει άκόμη ομορφιά γύρω μας, ακόμη και σ’ αυτά τα απάνθρωπα αστικά κέντρα που ζούμε οι περισσότεροι. Υπάρχει ομορφιά κρυμμένη γύρω μας, μέσα μας, παντού, ακόμη κι όταν φεύγει η βροχή,ακόμη κι όταν δεν έρχεται καθόλου. Μην την χάνουμε!

 


Οι φωτογραφίες μου στο Flickr